希臘語
形容詞
(dianysmatikós) m (陰性,中性)
變格
διανυσματικός 的變格
| 數 格 / 性 |
單數 | 複數 | ||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| 陽性 | 陰性 | 中性 | 陽性 | 陰性 | 中性 | |
| 主格 | διανυσματικός | διανυσματική | διανυσματικό | διανυσματικοί | διανυσματικές | διανυσματικά |
| 屬格 | διανυσματικού | διανυσματικής | διανυσματικού | διανυσματικών | διανυσματικών | διανυσματικών |
| 賓格 | διανυσματικό | διανυσματική | διανυσματικό | διανυσματικούς | διανυσματικές | διανυσματικά |
| 呼格 | διανυσματικέ | διανυσματική | διανυσματικό | διανυσματικοί | διανυσματικές | διανυσματικά |
相關詞彙
拓展閱讀
在希臘語維基百科上的資料。維基百科 el
This article is issued from Wiktionary. The text is licensed under Creative Commons - Attribution - Sharealike. Additional terms may apply for the media files.