希臘語
形容詞
(kathimerinós) m (陰性,中性)
變格
καθημερινός 的變格
| 數 格 / 性 |
單數 | 複數 | ||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| 陽性 | 陰性 | 中性 | 陽性 | 陰性 | 中性 | |
| 主格 | καθημερινός | καθημερινή | καθημερινό | καθημερινοί | καθημερινές | καθημερινά |
| 屬格 | καθημερινού | καθημερινής | καθημερινού | καθημερινών | καθημερινών | καθημερινών |
| 賓格 | καθημερινό | καθημερινή | καθημερινό | καθημερινούς | καθημερινές | καθημερινά |
| 呼格 | καθημερινέ | καθημερινή | καθημερινό | καθημερινοί | καθημερινές | καθημερινά |
| 衍生 | 比較級: + 肯定形(如 πιο καθημερινός) 相對最高級:定冠詞 + πιο + 肯定形(如 ο πιο καθημερινός) | |||||
近義詞
同類詞彙
相關詞彙
This article is issued from Wiktionary. The text is licensed under Creative Commons - Attribution - Sharealike. Additional terms may apply for the media files.